επιλεαίνω

ἐπιλεαίνω (Α)
1. καθιστώ κάτι λείο
2. καθιστώ κάτι αποδεκτό, παραδεκτό («ἐπιλεήνας τὴν Ξέρξεω γνώμην»).
[ΕΤΥΜΟΛ. < επί + λεαίνω «λειαίνω»].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἐπιλεαῖνον — ἐπιλεαίνω smooth over pres part act masc voc sg ἐπιλεαίνω smooth over pres part act neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιλεαίνει — ἐπιλεαίνω smooth over pres ind mp 2nd sg ἐπιλεαίνω smooth over pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιλεαίνουσι — ἐπιλεαίνω smooth over pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) ἐπιλεαίνω smooth over pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιλέαινε — ἐπιλεαίνω smooth over pres imperat act 2nd sg ἐπιλεαίνω smooth over imperf ind act 3rd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιλεαίνειν — ἐπιλεαίνω smooth over pres inf act (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιλεαίνοντες — ἐπιλεαίνω smooth over pres part act masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιλεαίνουσα — ἐπιλεαίνω smooth over pres part act fem nom/voc sg (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιλεαίνων — ἐπιλεαίνω smooth over pres part act masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • επιλέανσις — ἐπιλέανσις, ἡ (Α) [επιλεαίνω] το να καταστεί κάτι λείο …   Dictionary of Greek

  • επιλειαίνω — βλ. επιλεαίνω …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.